
Η Θεραπεία Συμπεριφοράς (Behavioural Therapy) είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας που εστιάζει στην τροποποίηση των ανεπιθύμητων συμπεριφορών μέσω των μαθησιακών αρχών (τύπων μάθησης). Βασίζεται στη θεωρία ότι οι συμπεριφορές μας, τόσο οι θετικές όσο και οι δυσλειτουργικές, είναι προϊόν μάθησης από το περιβάλλον μας. Αυτό σημαίνει πως μπορούμε να «ξεμάθουμε» κακές συνήθειες και να αναπτύξουμε νέες, πιο λειτουργικές, με τη χρήση συγκεκριμένων τεχνικών.
Αν και η θεραπεία συμπεριφοράς συχνά μπερδεύεται ή / και συνδυάζεται με τη γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία (CBT), έχει τη δική της ιδιαίτερη βάση που επικεντρώνεται κυρίως στη συμπεριφορά καθαυτή – όχι στις σκέψεις ή / και στις πεποιθήσεις. Πρόκειται για μια πρακτική προσέγγιση, που χρησιμοποιεί μετρήσιμες τεχνικές και έχει αποδείξει αποτελεσματικότητα σε πολλά ψυχικές δυσκολίες.
Η θεραπεία συμπεριφοράς αρχικά βασίστηκε στις θεωρίες της μάθησης του Pavlov (κλασική εξαρτημένη μάθηση) και του Thorndike (δραστική μάθηση). Μέσα από πειράματα και μελέτες, οι ερευνητές απέδειξαν ότι μπορούμε να μάθουμε να συνδέουμε ερεθίσματα με αντιδράσεις, να ενισχύσουμε ή να μειώσουμε συγκεκριμένες συμπεριφορές ανάλογα με τις συνέπειες που ακολουθούν.
Για παράδειγμα, αν ένα παιδί φοβάται το σκοτάδι επειδή έχει κάποιο τραυματικό βίωμα, η θεραπεία συμπεριφοράς μπορεί να το βοηθήσει να ξεπεράσει τον φόβο με σταδιακή έκθεση στο σκοτάδι, σε ένα ελεγχόμενο και ασφαλές περιβάλλον. Αυτή η μέθοδος ονομάζεται συστηματική απευαισθητοποίηση και έχει αποδειχθεί πολύ αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των φοβιών και των αγχωδών διαταραχών εν γένει.
Εντός των συνεδριών ο θεραπευτής συνεργάζεται με τον θεραπευόμενο για να εντοπίσουν συγκεκριμένες συμπεριφορές που προκαλούν δυσλειτουργία ή πόνο. Στη συνέχεια, σχεδιάζουν πλάνο παρέμβασης που περιλαμβάνει τεχνικές όπως: εκμάθηση νέων δεξιοτήτων, ενίσχυση επιθυμητών συμπεριφορών, έκθεση σε φοβίες, απομάκρυνση από τις επιβραβεύσεις που διατηρούν την ανεπιθύμητη συμπεριφορά (όπως η αποφυγή), και χρήση συμπεριφορικών πειραμάτων.
Η θεραπεία συμπεριφοράς είναι πολύ πρακτική. Οι θεραπευόμενοι στη πλειοψηφία των περιπτώσεων λαμβάνουν εργασία (homework), δηλαδή ασκήσεις που καλούνται να εφαρμόσουν στην καθημερινότητά τους. Αυτό βοηθά στο να εδραιωθούν οι αλλαγές και η παγίωση νέας συμπεριφοράς και εκτός της θεραπευτικής συνεδρίας.
Ένα συνηθισμένο παράδειγμα είναι το άτομο που αισθάνεται έντονη δυσφορία και φόβο σε κοινωνικές καταστάσεις – λόγω της ανησυχίας ότι θα κριθεί αρνητικά από τους άλλους – με αποτέλεσμα να αποφεύγει κοινωνικές εκδηλώσεις. Ο θεραπευτής θα ενισχύσει αυτόν τον θεραπευόμενο να εκτεθεί προοδευτικά στη συνθήκη, με το να χαιρετήσει έναν γνωστό στο δρόμο, μετά να συμμετέχει σε μικρή ομαδική δραστηριότητα και σταδιακά να εκτεθεί σε μεγαλύτερες κοινωνικές συγκεντρώσεις, πάντα με υποστήριξη και επεξεργασία των συναισθημάτων που προκύπτουν.
Τα ερευνητικά δεδομένα της συμπεριφορικής θεραπείας έχουν δείξει ιδιαίτερα καλά αποτελέσματα σε μια σειρά διαταραχών, όπως: φοβίες, αγχώδεις διαταραχές, διαταραχές πρόσληψης τροφής, εθισμούς, διαταραχές ύπνου, προβλήματα διαχείρισης θυμού, και δυσκολίες προσαρμογής.
Αξίζει να σημειωθεί πως η αποτελεσματικότητά της είναι καλά τεκμηριωμένη με πληθώρα επιστημονικών μελετών και μετα-αναλύσεων. για παράδειγμα, μια συστηματική ανασκόπηση από τον Ougrin (2011) έδειξε ότι η συμπεριφορική θεραπεία είναι εξίσου αποτελεσματική με άλλες μορφές ψυχοθεραπείας, συχνά μάλιστα πιο γρήγορη στην επίτευξη αλλαγών.
Ένα βασικό πλεονέκτημα της είναι η σαφής δομή και η έμφαση στη μέτρηση αποτελεσμάτων. Ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος μπορούν να παρακολουθούν μαζί την πρόοδο, κάτι που βοηθά στην παρακίνηση και την προσαρμογή του πλάνου.
Συχνές ερωτήσεις που μπορεί να προκύψουν για τη θεραπεία συμπεριφοράς:
· Πόσο διαρκεί η θεραπεία συμπεριφοράς;
-Συνήθως επειδή η εστίαση είναι σε πολύ συγκεκριμένα προβλήματα και συμπεριφορές, είναι πιο βραχεία από άλλες μορφές ψυχοθεραπείας. Μια τυπική θεραπευτική διαδικασία μπορεί να διαρκέσει από 8 έως 20 συνεδρίες, ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα του ζητήματος.
· Είναι η θεραπεία συμπεριφοράς κατάλληλη για όλα τα άτομα;
-Ναι, θεωρητικά η προσέγγιση μπορεί να εφαρμοστεί σε όλες τις ηλικίες και πληθυσμούς. Ωστόσο, ορισμένες διαταραχές ή καταστάσεις μπορεί να απαιτούν συνδυασμό με άλλες θεραπείες ή πιο εξατομικευμένη προσέγγιση.
· Τι γίνεται με τα συναισθήματα;
-Η θεραπεία συμπεριφοράς δεν αγνοεί τα συναισθήματα, αλλά τα προσεγγίζει μέσα από τη συμπεριφορά. π.χ., αν το άτομο αποφεύγει να μιλήσει σε κόσμο επειδή νιώθει άγχος, η αλλαγή της συμπεριφοράς (όπως σταδιακή έκθεση) βοηθά στο να μειωθεί και το άγχος. Πολλά συναισθηματικά προβλήματα είναι συνδεδεμένα με δυσλειτουργικές συμπεριφορές, και η θεραπεία εστιάζει στην αλλαγή αυτών των συμπεριφορών για τη βελτίωση και της συναισθηματικής κατάστασης.
· Χρειάζεται να κάνω δουλειά στο σπίτι (homework);
– Ναι, το homework είναι βασικό κομμάτι της θεραπείας. Βοηθά να εφαρμοστούν οι τεχνικές στην καθημερινότητα και να δημιουργηθούν πραγματικές αλλαγές.
· Τι κάνω αν η συμπεριφορά μου οφείλεται σε βαθύτερα ψυχολογικά ζητήματα;
– Η συμπεριφορική θεραπεία δεν αποκλείει το συνδυασμό με άλλες μορφές ψυχοθεραπείας ή ψυχιατρικής υποστήριξης. Η κλινική εμπειρία δείχνει πως πολλές φορές, η αλλαγή της συμπεριφοράς λειτουργεί και ως πόρτα για βαθύτερη ψυχολογική διερεύνηση. Η θεραπεία συμπεριφοράς, πέρα από το επιστημονικό της υπόβαθρο, έχει μια πολύ πρακτική και καθημερινή εφαρμογή που την καθιστά ιδιαίτερα ελκυστική. Θεραπευόμενοι συχνά αναφέρουν πως νιώθουν πιο ενεργοί και συμμετέχοντες στη διαδικασία αλλαγής, κάτι που αυξάνει το αίσθημα αυτοελέγχου και αυτοπεποίθησης.
Συνολικά, η θεραπεία συμπεριφοράς είναι μια προσέγγιση που συνδυάζει την επιστημονική γνώση με την κλινική εμπειρία και προσφέρει εργαλεία για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά πολλές ψυχολογικές δυσκολίες. Όπως και σε κάθε παρέμβαση, η δέσμευση, η υπομονή και η συνεργασία με τον θεραπευτή είναι βασικά στοιχεία για την επιτυχία.
Συμπερασματικά:
Η θεραπεία συμπεριφοράς αποτελεί μια από τις πιο καλά τεκμηριωμένες και πρακτικές μορφές ψυχοθεραπείας, που βασίζεται στη μάθηση και την τροποποίηση της συμπεριφοράς. Έχει αποδειχθεί αποτελεσματική σε πληθώρα ψυχολογικών προβλημάτων και διαταραχών, προσφέροντας ταυτόχρονα μια δομημένη και μετρήσιμη προσέγγιση. Μέσα από τη συνεργασία θεραπευτή και θεραπευόμενου, η αλλαγή γίνεται βιωματική και μόνιμη. Η θεραπεία συμπεριφοράς δεν αγνοεί τα συναισθήματα, αλλά τα προσεγγίζει έμμεσα μέσω της αλλαγής της συμπεριφοράς. αποτελεί πολύτιμο εργαλείο στην ψυχοθεραπευτική πρακτική, τόσο για ειδικούς όσο και για όσους αναζητούν λύσεις σε καθημερινά ή πιο σύνθετα προβλήματα.
Βιβλιογραφία
· Cooper, J. O., Heron, T. E., & Heward, W. L. (2007). Applied behavior analysis (2nd ed.). Upper Saddle River, NJ: Pearson.
· Miltenberger, R. G. (2016). Behavior modification: principles and procedures (6th ed.). Boston, MA: Cengage Learning.
· Baer, D. M., Wolf, M. M., & Risley, t. r. (1968). Some current dimensions of applied behavior analysis. Journal of applied behavior analysis, 1(1), 91-97.
· O U Grin, d. (2011). Systematic review of the effectiveness of cognitive behavioral therapy and behavioral therapy for adolescent depression. Clinical child and family psychology review, 14(3), 181-197.
· Kazdin, A. E. (2017). Behavior modification in applied settings (7th ed.). Belmont, CA: Wadsworth.
· Cooper, J., Heron, T., & Heward, W. (2020). Behavior analysis for lasting change. Routledge.
· Bailey, J. S., & Burch, M. R. (2016). Ethics for behavior analysts (3rd ed.). New York: Routledge.
· Machado, P. P. P. (2012). Classical conditioning and behavior therapy. Behavioral neuroscience, 126(2), 147–154.


Σχολιάστε