Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής

Οι Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής ή Διατροφικές Διαταραχές (ΔΔ) (Eating Disorders) αποτελούν ένα σύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο που επηρεάζει σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού παγκοσμίως, ανεξαρτήτως φύλου ή ηλικίας. Χαρακτηρίζονται από διαταραγμένες συνήθειες σχετικά με το φαγητό, τις σκέψεις για το σώμα και την αυτοεικόνα, που συχνά οδηγούν σε σοβαρές σωματικές και ψυχικές επιπτώσεις. Οι κυριότερες διαταραχές πρόσληψης τροφής περιλαμβάνουν την Νευρική Ανορεξία (anorexia nervosa), τη Νευρική Βουλιμία (bulimia nervosa) και τη Διαταραχή Επεισοδιακής Υπερφαγίας (binge eating disorder).

Η Νευρική Ανορεξία χαρακτηρίζεται από μια έντονη και επίμονη άρνηση διατήρησης του ελάχιστου φυσιολογικού σωματικού βάρους, συνοδευόμενη από έντονο φόβο αύξησης βάρους και διαστρεβλωμένη εικόνα σώματος. Τα άτομα με αυτή τη διαταραχή συχνά περιορίζουν δραστικά την πρόσληψη τροφής ή υιοθετούν υπερβολικές στρατηγικές ελέγχου βάρους, όπως υπερβολική άσκηση, η πρόκληση εμετού, ή η χρήση καθαρτικών. Η ανορεξία έχει από τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας μεταξύ των ψυχικών διαταραχών, κυρίως λόγω των επιπλοκών από την ασιτία στην καρδιακή λειτουργία και όχι μόνο (Arcelus et al., 2011).

Η Νευρική Βουλιμία διακρίνεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια υπερφαγίας, όπου το άτομο καταναλώνει μεγάλες ποσότητες τροφής μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ακολουθούμενα από ακατάλληλες αντισταθμιστικές συμπεριφορές, όπως εμετούς, χρήση καθαρτικών ή υπερβολική σωματική δραστηριότητα. Αντίθετα με την ανορεξία, τα άτομα με βουλιμία συνήθως διατηρούν ή έχουν ελαφρώς αυξημένο σωματικό βάρος, γεγονός που συχνά δυσκολεύει την έγκαιρη αναγνώριση της διαταραχής (Hudson et al., 2007).

Η Διαταραχή Επεισοδιακής Υπερφαγίας – η πιο πρόσφατα αναγνωρισμένη διαταραχή – χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια υπερφαγίας χωρίς επακόλουθες αντισταθμιστικέςσυμπεριφορές – που στόχο έχουν τον έλεγχο του βάρους. Αυτό οδηγεί συχνά σε παχυσαρκία και συνοδές ψυχολογικές δυσκολίες, όπως κατάθλιψη και χαμηλή αυτοεκτίμηση (Hudson et al., 2007).

Οι διαταραχές πρόσληψης τροφής έχουν πολυπαραγοντική αιτιολογία:

· Βιολογικοί παράγοντες όπως η γενετική προδιάθεση και οι νευροβιολογικές ανωμαλίες παίζουν σημαντικό ρόλο. Μελέτες διδύμων αλλά και μελέτες σε οικογένειες έχουν δείξει ότι η κληρονομικότητα μπορεί να ευθύνεται για το 50-80% της ευπάθειας στις διαταραχές αυτές (Bulik et al., 2007). Επιπλέον, δυσλειτουργίες στην ισορροπία νευροδιαβιβαστών, όπως η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη, έχουν συσχετιστεί τόσο με διαταραχές πρόσληψης τροφής, όσο και με δυσκολία ελέγχου παρορμήσεων (Kaye et al., 2009).

· Ψυχολογικοί παράγοντες όπως η τελειοθηρία, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, το άγχος και οι διαταραχές της διάθεσης έχουν αναγνωριστεί ως προδιαθεσικές μεταβλητές. Για παράδειγμα, η τελειοθηρία και η ανάγκη για έλεγχο συνδέονται συχνά με την ανορεξία, ενώ η παρορμητικότητα και η συναισθηματική δυσλειτουργία με τη βουλιμία και τη διαταραχή υπερφαγίας (Stice, 2002).

· Κοινωνικοπολιτισμικά στοιχεία, όπως η πίεση για λεπτό σώμα, τα πρότυπα ομορφιάς και η ιδεολογία της δίαιτας, αποτελούν επίσης καθοριστικούς παράγοντες στην εμφάνιση και τη διατήρηση των διαταραχών αυτών. Η έκθεση σε μέσα μαζικής ενημέρωσης που προβάλλουν ένα συγκεκριμένο πρότυπο σώματος έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης συμπτωμάτων διαταραχής πρόσληψης τροφής, ιδιαίτερα σε νεαρά άτομα (Thompson & Stice, 2001).

Η διάγνωση των διαταραχών πρόσληψης τροφής βασίζεται κυρίως στα κλινικά κριτήρια που ορίζονται στο DSM-5 (APA, 2013), τα οποία περιλαμβάνουν συγκεκριμένα συμπτώματα, διάρκεια και σοβαρότητα των διαταραχών. Ωστόσο, η διαφοροποίηση μεταξύ των διαταραχών μπορεί να είναι δύσκολη λόγω της συνύπαρξης συμπτωμάτων και της μεταβλητότητας της κλινικής εικόνας.

Η θεραπεία των διαταραχών πρόσληψης τροφής είναι σύνθετη και απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση. Η ψυχοθεραπεία αποτελεί τη βάση της αντιμετώπισης, με τη γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία (CBT) να είναι η πιο μελετημένη και αποτελεσματική προσέγγιση για τη βουλιμία και τη διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας (Fairburn, 2008). Στην ανορεξία, η θεραπεία είναι πιοαπαιτητική, καθώς είναι πρωτίστως απαραίτητη η σταθεροποίηση της σωματικής υγείας, ενώ η ψυχοθεραπεία εστιάζει στη βελτίωση της εικόνας σώματος, της αυτοεκτίμησης και της αντιμετώπισης ψυχολογικών αιτιών (Treasure et al., 2015).

Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να βοηθήσει σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως για τη διαχείριση συνοδών διαταραχών όπως το άγχος και η κατάθλιψη. Επιπλέον, οι οικογενειακές θεραπείες έχουν δείξει θετικά αποτελέσματα ειδικά σε εφήβους με ανορεξία (Lock et al., 2010).

Η έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση είναι κρίσιμη για την πρόγνωση. Δυστυχώς, η ντροπή, ο φόβος και η άγνοια συχνά εμποδίζουν τα άτομα να ζητήσουν βοήθεια, καθυστερώντας την έναρξη θεραπείας και αυξάνοντας τον κίνδυνο χρόνιων επιπλοκών (Herzog et al., 1997).

Η σημασία της πρόληψης στις διατροφικές διαταραχές δεν είναι μικρότερης σημαντικότητας. Εκπαιδευτικά προγράμματα σε σχολεία που προωθούν θετική εικόνα σώματος και κριτική σκέψη απέναντι στα πρότυπα ομορφιάς έχουν δείξει θετικά αποτελέσματα στη μείωση συμπτωμάτων διατροφικών διαταραχών (Stice et al., 2008). Επιπλέον, η ευαισθητοποίηση των γονέων, εκπαιδευτικών και επαγγελματιών υγείας βοηθά στην πρώιμη ανίχνευση και παρέμβαση.

Σε επίπεδο έρευνας, η μελέτη των νευροβιολογικών μηχανισμών και η ανάπτυξη νέων θεραπευτικών μεθόδων συνεχίζονται. Τεχνικές όπως η νευροτροποποίηση και η ψυχοφαρμακοθεραπεία υπό μελέτη μπορεί να προσφέρουν επιπλέον λύσεις στο μέλλον (Kaye et al., 2018).

Η κατανόηση των διαταραχών πρόσληψης τροφής απαιτεί συνεχή ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της κοινωνίας. Οι πάσχοντες από διατροφικές διαταραχές μπορούν να ωφεληθούν από τη κατάλληλη υποστήριξη, την επιστημονική γνώση και την εξατομικευμένη παρέμβαση έτσι ώστε να διαχειριστούν και εν τέλει να ξεπεράσουν αυτές τις διαταραχές, αφού θα έχουν δομήσει υγιείς διατροφικές συμπεριφορές.

Συμπερασματικά:

Οι Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής είναι σύνθετες ψυχικές νοσολογικές οντότητες με σοβαρές σωματικές και ψυχικές επιπτώσεις. Η πολυπαραγοντική τους αιτιολογία απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση κατά την αντιμετώπισή τους. Η ψυχοθεραπεία, ιδιαίτερα η γνωστική-συμπεριφορική, παραμένει η βασική μέθοδος θεραπείας, ενώ η φαρμακευτική αγωγή και οι οικογενειακές θεραπείες υποστηρίζουν την ανάκαμψη. Η πρόληψη μέσω εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης είναι ζωτικής σημασίας, όπως και η έγκαιρη διάγνωση. Η συνεχής έρευνα υπόσχεται νέες προοπτικές, ενώ η κοινωνική κατανόηση και αποδοχή μπορούν να μειώσουν το στίγμα και να ενισχύσουν την υποστήριξη προς τους πάσχοντες.

Βιβλιογραφία

· American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing.

· Arcelus, J., Mitchell, A. J., Wales, J., & Nielsen, S. (2011). Mortality rates in patients with anorexia nervosa and other eating disorders: a meta-analysis of 36 studies. Archives of General Psychiatry, 68(7), 724–731.

· Bulik, C. M., Thornton, L. M., Koch, S. C., Klump, K. L., Fichter, M. M., Halmi, K. A., … & Kaye, W. H. (2007). Understanding the relation between eating disorders and anxiety disorders: A naturalistic familial study. International Journal of Eating Disorders, 40(6), 482-490.

· Fairburn, C. G. (2008). Cognitive Behavior Therapy and Eating Disorders. New York: Guilford Press.

· Herzog, D. B., Dorer, D. J., Keel, P. K., Selwyn, S., Ekeblad, E., & Flores, A. T. (1997). Recovery and relapse in anorexia and bulimia nervosa: A 7.5-year follow-up study. Journal of the American Academy of Child & Adolescent Psychiatry, 36(2), 243–251.

· Hudson, J. I., Hiripi, E., Pope, H. G. Jr, & Kessler, R. C. (2007). The prevalence and correlates of eating disorders in the National Comorbidity Survey Replication. Biological Psychiatry, 61(3), 348-358.

· Kaye, W. H., Wierenga, C. E., Bailer, U. F., Simmons, A. N., & Bischoff-Grethe, A. (2018). Neurobiology of anorexia nervosa: clinical implications of alterations of reward pathways. International Journal of Eating Disorders, 51(3), 224-232.

· Kaye, W. H., Fudge, J. L., & Paulus, M. (2009). New insights into symptoms and neurocircuit function of anorexia nervosa. Nature Reviews Neuroscience, 10(8), 573-584.

· Lock, J., Le Grange, D., Agras, W. S., Moye, A., Bryson, S. W., & Jo, B. (2010). Randomized clinical trial comparing family-based treatment with adolescent-focused individual therapy for adolescents with anorexia nervosa. Archives of General Psychiatry, 67(10), 1025-1032· Stice, E. (2002). Risk and maintenance factors for eating pathology: A meta-analytic review. Psychological Bulletin, 128(5), 825–848.

· Stice, E., Shaw, H., & Marti, C. N. (2008). A meta-analytic review of eating disorder prevention programs: encouraging findings. Annual Review of Clinical Psychology, 4, 207-231.

· Thompson, J. K., & Stice, E. (2001). Thin-ideal internalization: Mounting evidence for a new risk factor for body-image disturbance and eating pathology. Current Directions in Psychological Science, 10(5), 181-183.

· Treasure, J., Claudino, A. M., & Zucker, N. (2015). Eating disorders. The Lancet, 385(9985), 899-911.

Σχολιάστε